Ο Cătălin D. Constantin εξετάζει μια γυάλινη πλάκα στο Αρχείο της Μπίτολα

Ημερολόγιο αρχείου και πεδίου

Τι δείχνει το φόντο

Οι φωτογραφίες των αδελφών Μανάκια δεν τελειώνουν στο κάδρο. Μια λεπτομέρεια στο φόντο θέτει ένα ερώτημα. Ένα αρχείο, ένα βουνό ή ένας άνθρωπος που συναντάς στον δρόμο του απαντά, μερικές φορές έναν αιώνα αργότερα. Καταγράφω εδώ τις ανακαλύψεις, όπως έρχονται.

01Λονδίνο · 1907

Ο άντρας μπροστά στο θέατρο

Αρχείο Μανάκια, Μπίτολα

Σπασμένο γυάλινο αρνητικό: ο Γιαννάκης Μανάκιας μπροστά στο Criterion Theatre, Λονδίνο

Ανάμεσα στις γυάλινες πλάκες-αρνητικά της Μπίτολα, μία δεν ταιριάζει με τις υπόλοιπες. Είναι σπασμένη σε πέντε κομμάτια, κολλημένα κάποτε ξανά, με μαύρα κενά εκεί όπου χάθηκαν θραύσματα. Ένας άντρας με ημίψηλο και σκούρο παλτό στέκεται στο πεζοδρόμιο, κρατώντας κάτι κάτω από το μπράτσο. Σε όλη την εικόνα δεν υπάρχει ούτε φέσι, ούτε τρούλος, ούτε μιναρές. Πίσω του, μια πρόσοψη με καμάρες, κίονες και αγάλματα σε κόγχες· δίπλα, ένα γραφείο δακτυλογράφησης και μια άμαξα που περιμένει. Οι επιγραφές είναι στα αγγλικά. Είναι μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες του αρχείου Μανάκια όπου τα Βαλκάνια απουσιάζουν.

Ο άντρας είναι ο Γιαννάκης. Ήταν γνωστό ότι είχε πάει στο Λονδίνο για τη συσκευή που θα άλλαζε τη ζωή του: μια κινηματογραφική μηχανή Bioscope, με αριθμό σειράς 300, από την οποία παίρνει σήμερα το όνομά του το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Μπίτολα. Δεν ήταν γνωστό πότε. Οι εγκυκλοπαίδειες λένε 1905, κάποιοι ιστορικοί 1906.

Η απάντηση ήταν στους τοίχους. Μεγέθυνα τις αφίσες κομμάτι κομμάτι, ανάμεσα στις ρωγμές του γυαλιού. Στη ζώνη πάνω από την πόρτα, Charles Wyndham και Miss Mary Moore, ο διευθυντής του θεάτρου και η πρωταγωνίστριά του. Στην πινακίδα δίπλα, Criterion Theatre.

Πάνω από την είσοδο, με κεφαλαία, ο τίτλος του έργου: The Liars. Οι Ψεύτες.

Η κωμωδία του Henry Arthur Jones παίχτηκε στο Criterion δύο φορές. Η πρώτη το 1897, με άλλη διανομή. Τότε ο Γιαννάκης ήταν στα Ιωάννινα και μόλις ξεκινούσε να φωτογραφίζει. Τη δεύτερη φορά, το The Liars επέστρεψε στις 13 Απριλίου 1907 και παίχτηκε εκατό βράδια, ως τις 15 Οκτωβρίου, όταν το αντικατέστησε το The Mollusc. Το αρχείο του θεάτρου τοποθέτησε τη φωτογραφία ανάμεσα στον Απρίλιο και τον Οκτώβριο του 1907.

Έμενε ο χάρτης. Το 1907 ο Charles Urban, που κατασκεύαζε και πουλούσε τις μηχανές Bioscope, είχε την εταιρεία του στη Rupert Street 48. Από την πόρτα του ως την είσοδο του Criterion είναι τέσσερα λεπτά με τα πόδια. Ο Γιαννάκης δεν είναι ένας τουρίστας χαμένος στο Piccadilly. Είναι λίγα βήματα από το κατάστημα όπου αγοράζει τη μηχανή του.

Από εδώ μετακινείται μια ημερομηνία της ιστορίας του κινηματογράφου. Η πρώτη ταινία των αδελφών, με τη γιαγιά τους Μάγια Δέσπω να γνέθει μαλλί στην Αβδέλλα, δεν μπορεί να είναι του 1905. Γυρίστηκε μετά την επιστροφή του Γιαννάκη από το Λονδίνο, το 1907, όπως προτείνει και ο Emil Țîrcomnicu στο Ioan D. Manakia în documente din arhiva Societății de Cultură Macedo-Română (1906–1948), που εκδόθηκε το 2024. Πιθανότατα γυρίστηκε στο τέλος του καλοκαιριού, πριν οι Βλάχοι της Αβδέλλας κατεβάσουν τα κοπάδια στα χειμαδιά.

Η Μάγια Δέσπω γνέθει στην Αβδέλλα. Ταινία των αδελφών Μανάκια, 1907. Πηγή: Κινηματοθήκη της Βόρειας Μακεδονίας.

Μια κωμωδία για τα ψέματα, που παίχτηκε εκατό βράδια στο Λονδίνο, διόρθωσε μια ημερομηνία που οι εγκυκλοπαίδειες επαναλαμβάνουν εδώ και έναν αιώνα.

02Μπίτολα · 1909

Δύο αξιωματικοί γεννημένοι την ίδια χρονιά

Κρατικά Αρχεία, Μπίτολα · 14–15 Σεπτεμβρίου 2026

Μαθητές του στρατιωτικού λυκείου του Μοναστηρίου, πλάκα 1417Έξι νέοι αξιωματικοί, πλάκα 515Η άφιξη της αποστολής του φον ντερ Γκολτς στον σταθμό της ΜπίτολαΑξιωματικοί μπροστά στις σκηνές, σε ασκήσειςΣταθμός της Μπίτολα, η μπάντα και η αποστολή

Ο Μίλτος Μανάκιας επαναλάμβανε όλη του τη ζωή ότι είχε φωτογραφίσει τον Μουσταφά Κεμάλ. Είχε λόγους να το πιστεύει. Ο Κεμάλ είχε φοιτήσει στο στρατιωτικό λύκειο του Μοναστηρίου και οι αδελφοί φωτογράφιζαν ό,τι περνούσε από την πόλη: μαθητές, αξιωματικούς, πασάδες, σουλτάνους. Το αρχείο τον πίστεψε και δύο γυάλινες πλάκες καταχωρίστηκαν ως «μαθητές του στρατιωτικού λυκείου, με τον Κεμάλ Ατατούρκ».

Η πλάκα 1417 δείχνει μια σχολική αυλή: σχεδόν πενήντα μαθητές με στολή, φέσια και σπαθιά, σε τρεις σειρές, μπροστά σε ένα κτίριο με σπασμένα τζάμια. Η πλάκα 515 είναι πορτρέτο στούντιο: έξι νέοι αξιωματικοί, με τα σπαθιά ακουμπισμένα στις μπότες, ανάμεσα σε μια βαριά κουρτίνα και μια λουλουδάτη ταπετσαρία. Πέρασα κάθε πρόσωπο, σειρά τη σειρά. Ο Κεμάλ δεν είναι σε καμία.

Ήταν κάποιος άλλος. Ξεκίνησα από μια απλή υποψία: από εκείνους τους νέους, πολλοί έγιναν κάποιοι στην ιστορία. Ο αξιωματικός στο άκρο δεξιά της πλάκας 515, δίπλα στο παράθυρο, με το λεπτό μουστάκι και το ίσιο βλέμμα, είναι ο Ισμαήλ Ενβέρ, ο μετέπειτα Ενβέρ Πασάς, ένας από τους ηγέτες των Νεοτούρκων.

Ο ίδιος άντρας εμφανίζεται και στην πλάκα 1417, αριστερά, λίγο χωριστά από τις σειρές των μαθητών.

Ο Ενβέρ και ο Κεμάλ είχαν γεννηθεί την ίδια χρονιά, το 1881. Ήταν αξιωματικοί στον ίδιο στρατό, στις φρουρές της ίδιας αυτοκρατορίας που διαλυόταν, και αντίπαλοι από νέοι. Ο Ενβέρ θα οδηγούσε την αυτοκρατορία στον πόλεμο. Ο Κεμάλ θα έφτιαχνε από τα ερείπιά της την Τουρκία.

Αν η φωτογραφία του Κεμάλ υπήρχε, έπρεπε να αναζητηθεί αργότερα: όχι ανάμεσα στους μαθητές, αλλά αφού είχε επιστρέψει στην περιοχή ως αξιωματικός. Πρότεινα αυτό το ίχνος στους συναδέλφους μου στο Αρχείο της Μπίτολα, τον Goce, τον Dimitar και τη Maria. Εκείνοι βρήκαν τις φωτογραφίες.

Είμαστε στο 1909. Η επανάσταση των Νεοτούρκων του 1908 είχε αναγκάσει τον σουλτάνο να επαναφέρει το σύνταγμα. Η αντεπανάσταση της άνοιξης του 1909 είχε καταπνιγεί από στρατό που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη και ο Αβδούλ Χαμίτ είχε εκθρονιστεί. Η αυτοκρατορία ανακαλούσε τον πιο σεβαστό εκπαιδευτή της, τον Γερμανό στρατηγό Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς, τον Γκολτς Πασά, για να αναδιοργανώσει τον στρατό. Ο Γκολτς κάνει περιοδεία επιθεώρησης στις φρουρές των Βαλκανίων. Το Μοναστήρι είναι μία από αυτές, και οι αδελφοί Μανάκια είναι εκεί.

Η πρώτη πλάκα: ο σταθμός. Ένα επιβατικό τρένο, με τις πόρτες των βαγονιών ανοιχτές και περίεργα κεφάλια στα παράθυρα. Μπροστά στέκεται η αποστολή: μακριές χλαίνες, άλλες σκούρες, άλλες ανοιχτόχρωμες, φέσια, μπότες. Στην πρώτη σειρά, στριμωγμένος ανάμεσα σε δύο ανώτερους αξιωματικούς, ένας νέος αξιωματικός με λεπτό μουστάκι και καρφωμένο βλέμμα.

Η δεύτερη πλάκα: ένα πεδίο ασκήσεων. Πίσω, μεγάλες σκηνές με σημαιάκια στους ιστούς· μπροστά, μπότες γεμάτες λάσπη. Στο κέντρο, ένας ηλικιωμένος άντρας με γυαλιά, με ανοιχτόχρωμη χλαίνη: ο φον ντερ Γκολτς.

Στη δεύτερη σειρά, μισοκρυμμένο, το ίδιο πρόσωπο του σταθμού.

Η τρίτη πλάκα είναι κι αυτή από τον σταθμό, την ίδια μέρα. Μια μπάντα με χάλκινα πνευστά περιμένει το τρένο.

Ανάμεσα στον κόσμο, σχεδόν κρυμμένος ανάμεσα σε αξιωματικούς, στέκεται ο Γιαννάκης Μανάκιας. Αν ο Γιαννάκης είναι στη φωτογραφία, τη μηχανή την κρατούσε ο Μίλτος. Ο Μίλτος ήταν λοιπόν εκεί, με τη μηχανή, τη μέρα που ένας νέος αξιωματικός ονόματι Μουσταφά Κεμάλ στεκόταν στην αποβάθρα. Η φωτογραφία για την οποία μιλούσε όλη του τη ζωή υπήρχε. Απλώς δεν ήταν αυτή που έδειχνε.

Μια υποψία, όσο στέρεη κι αν είναι, μένει υποψία. Ζήτησα πραγματογνωμοσύνη. Ο ιατροδικαστικός καλλιτέχνης Aurelian Bădulescu σύγκρινε το πρόσωπο των φωτογραφιών της Μπίτολα με βέβαια πορτρέτα του Ατατούρκ: το σχήμα του κεφαλιού, το σχέδιο των φρυδιών και των αυτιών, τη γραμμή της μύτης, το κάτω χείλος, τις ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια. Το συμπέρασμά του: πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Αυτό το φθινόπωρο πήγα στο Μοναστήρι με το τρένο, στην παλιά γραμμή Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου, που άνοιξαν οι Οθωμανοί το 1894. Με αυτήν έφτασε η αποστολή του φον ντερ Γκολτς το 1909· από αυτήν θα ερχόταν ο σουλτάνος δύο χρόνια αργότερα. Ήταν μια καλή γραμμή, με ωραία τρένα. Σήμερα το τρένο σταματά στη Φλώρινα, στα σύνορα Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας. Για τα τελευταία είκοσι πέντε χιλιόμετρα ως τη Μπίτολα δεν υπάρχει ούτε τρένο ούτε καμία συγκοινωνία. Είναι, σε μικρογραφία, η ιστορία των Βαλκανίων του τελευταίου αιώνα: η γραμμή έμεινε, ο δρόμος κόπηκε.

Ο σταθμός είναι ακόμη εκεί. Το ίδιο κίτρινο κτίριο, οι ίδιες καμάρες από κόκκινο τούβλο γύρω από τα παράθυρα. Στον τοίχο, μια μαρμάρινη πλάκα θυμίζει την ημερομηνία: 13 Ιουλίου 1894.

Σταθμός της Μπίτολα, 2026
Μπίτολα, ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου 2026.
Η αποβάθρα του σταθμού της Μπίτολα
Η αποβάθρα, το ίδιο πρωινό.
Πλάκα: η γραμμή Θεσσαλονίκης–Μπίτολα, 13 Ιουλίου 1894
Ιούλιος 1894. Σεπτέμβριος 2026.

Ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη · Aurelian Bădulescu (PDF)

Αρχείο της Μπίτολα, Σεπτέμβριος 2026.
Το Αρχείο της Μπίτολα, στα μέσα Σεπτεμβρίου 2026.
Αρχείο της Μπίτολα, Σεπτέμβριος 2026.
Το Αρχείο της Μπίτολα, την ίδια μέρα του Σεπτεμβρίου 2026.

Δεκατρία μέσα ενημέρωσης από τη Βόρεια Μακεδονία και την Τουρκία κάλυψαν την ανακάλυψη. Το Αρχείο της Μπίτολα ανακοίνωσε νέες έρευνες.

03Φιλιππούπολη · 1916–1919

Τι υπήρχε στις κορνίζες

Φιλιππούπολη · Απρίλιος 2026

Ο Γιαννάκης Μανάκιας με εσώρουχα, μπροστά στα πορτρέτα, ΦιλιππούποληΟ Γιαννάκης Μανάκιας με κοστούμι, μπροστά στα πορτρέτα, Φιλιππούπολη

Από το 1916 ως το 1919 ο Γιαννάκης Μανάκιας έζησε στη Φιλιππούπολη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ήταν μακριά από το Μοναστήρι, από το εργαστήριο, από τον αδελφό του, και δεν είχε δικαίωμα να φύγει από την πόλη. Ένας άνθρωπος που είχε περάσει τη ζωή του στους δρόμους, με τη μηχανή φορτωμένη σε μουλάρι, δεν μπορούσε πια να ταξιδέψει.

Από εκείνα τα χρόνια το αρχείο της Μπίτολα φυλάει πολλές φωτογραφίες του. Δύο, τραβηγμένες στο ίδιο σημείο, είναι σαν δύο εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Στην πρώτη στέκεται στην αυλή, ανάμεσα στα πορτρέτα, με τα εσώρουχα.

Στη δεύτερη φοράει κοστούμι, την ενδυμασία ενός ευυπόληπτου φωτογράφου. Και στις δύο φαίνεται πολύ κεφάτος, σχεδόν εύθυμος. Τίποτα σε αυτές δεν δείχνει άνθρωπο υπό φρούρηση. Αντίθετα, μοιάζει με κάποιον που βρήκε πελάτες και σκοπό. Γύρω του, ακουμπισμένα σε έναν πέτρινο τοίχο, μεγάλα κορνιζαρισμένα πορτρέτα: άντρες με μουστάκια, γυναίκες με ψηλά χτενίσματα. Στη Φιλιππούπολη ο Γιαννάκης έκανε αυτό που ήξερε: πορτρέτα.

Οι φωτογραφίες ήταν γνωστές, αλλά είχαν διαβαστεί ως βιογραφικά τεκμήρια: ο Γιαννάκης στην εξορία. Εμένα με ενδιέφεραν οι κορνίζες. Τις κοίταξα στη Φιλιππούπολη μαζί με τον Petko Todorov, εθνολόγο του Περιφερειακού Εθνογραφικού Μουσείου, και είπα δυνατά αυτό που με απασχολούσε καιρό: αν αυτά τα πορτρέτα έγιναν εδώ, κάποια θα έπρεπε να υπάρχουν ακόμη. Ο Petko κοίταξε για ώρα την εικόνα. «Νομίζω ότι έχω δει ένα. Αλλά δεν είμαι σίγουρος.»

Το πρώτο πορτρέτο εμφανίστηκε την ίδια κιόλας μέρα. Ένας άντρας με κοντά λευκά μαλλιά, στριφτά μουστάκια και δύο παράσημα στο στήθος. Είναι το πρόσωπο στην κορνίζα δίπλα στον ώμο του Γιαννάκη.

Το δεύτερο εμφανίστηκε την επόμενη μέρα: μια γυναίκα με ψηλό χτένισμα. Και στα δύο, στην κάτω δεξιά γωνία, η ίδια υπογραφή με μελάνι: Manaki, το συντομευμένο όνομα της πόλης, Phil., και η χρονιά.

Το πορτρέτο, όπως βρέθηκε.
Το πορτρέτο, όπως βρέθηκε.
Konstantin Giorgiev Iakumidis, κουρέας του τσάρου Φερδινάνδου. Υπογραφή Manaki, Φιλιππούπολη.
Konstantin Giorgiev Iakumidis, κουρέας του τσάρου Φερδινάνδου. Υπογραφή Manaki, Φιλιππούπολη.
Πορτρέτο γυναίκας, υπογραφή Manaki, Φιλιππούπολη.
Πορτρέτο γυναίκας, υπογραφή Manaki, Φιλιππούπολη.

Τον άντρα μπορούμε να τον ονομάσουμε: Konstantin Giorgiev Iakumidis, κουρέας του πρίγκιπα και αργότερα του τσάρου Φερδινάνδου της Βουλγαρίας, από τον οποίο είχε λάβει τα παράσημα στο στήθος. Το κατάστημά του εμφανίζεται σε μια άλλη φωτογραφία Μανάκια: στην ταμπέλα πάνω από τη βιτρίνα γράφει Придворен коафьор, κουρέας της αυλής. Από τα παλαιοπωλεία της πόλης αγόρασα στη συνέχεια κι άλλες φωτογραφίες με τους ίδιους ανθρώπους. Επί έναν αιώνα ο καθένας είχε ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, μέσα από σπίτια, κληρονομιές, μετακομίσεις, πολέμους και αλλαγές καθεστώτων. Τώρα συναντιούνταν ξανά στην ίδια ιστορία.

Φιλιππούπολη, 2026
Φιλιππούπολη, 1916–1919
Φιλιππούπολη, 1916–1919Φιλιππούπολη, 2026
Σύρετε τον δρομέα: ο δρόμος του κουρείου της αυλής, τότε και τώρα.

Υπάρχει κι άλλη φωτογραφία από τον ίδιο δρόμο, τραβηγμένη προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Γιαννάκης στέκεται πίσω από μια σιδερένια σφυρήλατη πόρτα, με το καπέλο στο κεφάλι, κρατώντας τα κάγκελα σαν κρατούμενος. Πάνω από την πόρτα, μια ταμπέλα: Фотография, φωτογραφείο. Για έναν άνθρωπο σε κατ’ οίκον περιορισμό, είναι δύσκολο να πεις αν πρόκειται για αστείο ή για ομολογία. Μάλλον και τα δύο.

Η πόρτα βρισκόταν ανάμεσα στα δύο κτίρια της παραπάνω εικόνας. Μέσα από τα κάγκελα φαίνεται το απέναντι σπίτι, και αυτό το σπίτι υπάρχει ακόμη. Και η πόρτα είναι ακόμη εκεί, ανάμεσα σε ένα καφέ και ένα μαγαζί: λευκή πια, με έναν αυτόματο πωλητή καφέ δίπλα της.

Ο Γιαννάκης Μανάκιας πίσω από την πόρτα του φωτογραφείου, Φιλιππούπολη
Ο Γιαννάκης Μανάκιας πίσω από την πόρτα, Φιλιππούπολη, 1916–1919.

Το φόντο της φωτογραφίας δεν ήταν πια σκηνικό. Είχε γίνει τεκμήριο.

04Σλίβεν · 2026

Τα βουνά δεν ταίριαζαν

Σλίβεν · Απρίλιος 2026

Πανόραμα με τον Γιαννάκη Μανάκια, καταγεγραμμένο ως Φιλιππούπολη

Στο μητρώο του αρχείου της Μπίτολα, η φωτογραφία γράφει «πανόραμα της Φιλιππούπολης, με τον Γιαννάκη σε πρώτο πλάνο». Ο Γιαννάκης στέκεται μπροστά, η πόλη απλώνεται πίσω του και στον ορίζοντα υψώνεται ένα βουνό. Οι άνθρωποι στη Φιλιππούπολη στους οποίους την έδειξα είπαν ότι είναι η Φιλιππούπολη.

Την κοίταξα με την πραγματική πόλη μπροστά μου, και κάτι δεν ταίριαζε. Η Φιλιππούπολη είναι πόλη λόφων, με υψώματα ανάμεσα στα σπίτια, όχι πόλη στους πρόποδες ενός βραχώδους τείχους.

Πρώτα ήταν μια αίσθηση, ύστερα μια υποψία. Το βουνό είχε ένα σχήμα που είχα ξαναδεί: τα Σίνιτε Καμάνι, οι Γαλάζιοι Βράχοι, ο όγκος που δεσπόζει πάνω από την πόλη Σλίβεν. Τους ήξερα από τα ταξίδια μου στα χρόνια της πανδημίας.

Πήγα στο Σλίβεν με τη φωτογραφία και έψαξα τη γωνία λήψης. Οι σοσιαλιστικές πολυκατοικίες έχουν αλλάξει εντελώς τη σιλουέτα της πόλης, έτσι που με την πρώτη ματιά το σημερινό πανόραμα μοιάζει με άλλο τόπο. Συγκρίνοντας, ξεπρόβαλαν ωστόσο τρία κτίρια από την εικόνα του Γιαννάκη, ακόμη όρθια, και ανάμεσά τους η περιοχή του παλιού ρολογιού. Η φωτογραφία δεν είναι από τη Φιλιππούπολη. Είναι από το Σλίβεν.

Σλίβεν, 2026
Γιαννάκης Μανάκιας, 1916–1919
Γιαννάκης Μανάκιας, 1916–1919Σλίβεν, 2026
Σύρετε τον δρομέα: το Σλίβεν στα χρόνια του Γιαννάκη και το Σλίβεν σήμερα.

Ένα αίνιγμα κλείνει και ανοίγει άλλο. Επίσημα, από το 1916 ως το 1919, ο Γιαννάκης δεν είχε δικαίωμα να βγει από τη Φιλιππούπολη. Πώς βρέθηκε στο Σλίβεν, εκατό χιλιόμετρα μακριά, με τη φωτογραφική του μηχανή; Ίσως πήρε ειδική άδεια. Ίσως υπάρχει ένα έγγραφο που δεν έχει βρει ακόμη κανείς. Ή ίσως, όπως τόσες φορές στα Βαλκάνια, η απόσταση ανάμεσα στον κανόνα και την πραγματικότητα ήταν μικρότερη απ’ όσο αφήνουν να εννοηθεί τα επίσημα χαρτιά.

05Λάιστα · 1898

Το ίδιο λεπτό, σε τρεις χώρες

Ζαγόρι, 2017 · Μπίτολα, 2024 · Ξάνθη, 2025–2026

Πανηγύρι στην πλατεία της Λάιστας, φωτογραφία που φύλαξε η οικογένεια ΠαπαθανασίουΚομμάτι γυάλινου αρνητικού με την ίδια σκηνή, αρχείο της Μπίτολα

Η Λάιστα, Λάκα στα αρωμουνικά, είναι το πιο απομονωμένο χωριό του Ζαγορίου. Γύρω στο 1900 είχε πάνω από δύο χιλιάδες κατοίκους. Σήμερα, τον χειμώνα, μένουν εκεί εννέα. Οι αδελφοί Μανάκια φωτογράφισαν το χωριό δύο φορές: ένα ευρύ πανόραμα και ένα πανηγύρι στην πλατεία.

Το πανόραμα το είχα χρονολογήσει κατά προσέγγιση: γύρω στο 1900. Το 2017 το έδειξα στον Τάκη Τζίμα, Αθηναίο φωτογράφο με καταγωγή από τη Λάιστα, που το δημοσίευσε στο περιοδικό του χωριού. Λίγους μήνες αργότερα το περιοδικό έφτασε στο Βουκουρέστι και η φωτογραφία είχε ακριβή χρονιά: 1898. Οι χωριανοί ήξεραν ο καθένας πότε χτίστηκε το σπίτι του. Από τα σπίτια που εμφανίζονται και από όσα λείπουν, τη χρονολόγησαν πιο ακριβώς από κάθε αρχείο. Μια κοινότητα που δεν έγραψε ποτέ την ιστορία της την είχε θυμηθεί μέχρι τη χρονιά.

Η φωτογραφία του πανηγυριού είχε άλλη μοίρα. Σε ένα σπίτι του χωριού, της οικογένειας Παπαθανασίου, φυλασσόταν μια σχεδόν ίδια εικόνα, τραβηγμένη μάλλον λίγα λεπτά νωρίτερα ή αργότερα, με τους ίδιους ανθρώπους ελαφρώς μετακινημένους.

Ύστερα, το 2024, στο αρχείο της Μπίτολα, βρήκα ένα σπασμένο κομμάτι γυάλινου αρνητικού με την ίδια σκηνή. Τρεις φωτογραφίες του ίδιου λεπτού, φυλαγμένες έναν αιώνα σε τρεις χώρες, Ρουμανία, Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία, χωρίς η μία να ξέρει για την άλλη.

Μπίτολα
Μπίτολα
Άλλη εκδοχή της ίδιας σκηνής
Άλλη εκδοχή της ίδιας σκηνής
Λάιστα, οικογένεια Παπαθανασίου
Λάιστα, οικογένεια Παπαθανασίου

Την κυρία Χαρίκλεια Μαργαριτοπούλου, γεννημένη στη Λάιστα, τη γνώρισα στην Ξάνθη τον Νοέμβριο του 2025. Της είχα γράψει πολύ καιρό πριν, χωρίς απάντηση. Η απάντηση ήρθε ακριβώς τη μόνη μέρα που βρισκόμουν τυχαία στην πόλη, στον δρόμο από τα Σκόπια για την Κωνσταντινούπολη, μεταφέροντας την έκθεση. Είχε ξεκινήσει από τα χαρτιά ενός οικογενειακού μπαούλου και είχε γράψει ένα χοντρό βιβλίο για τις οικογένειες του χωριού, σκορπισμένες σε όλο τον κόσμο. Παιδί, πήγαινε έφιππη από τα Γρεβενά στη Λάιστα, δύο μέρες δρόμος μέσα στα δάση της Πίνδου.

Ξαναβρεθήκαμε τον Φεβρουάριο του 2026, την Καθαρά Δευτέρα, την επομένη του Καρναβαλιού της Ξάνθης, με λαγάνα και πολλά είδη χαλβά, όπως θέλει η ελληνική παράδοση. Λίγες μέρες αργότερα έμαθα ότι είχε πεθάνει.

Ξάνθη, 23 Φεβρουαρίου 2026. Η κυρία Χαρίκλεια Μαργαριτοπούλου, στο κέντρο.
Ξάνθη, 23 Φεβρουαρίου 2026. Η κυρία Χαρίκλεια Μαργαριτοπούλου, στο κέντρο.
06Κορυτσά · 2025

Ένα καμπαναριό και ένας πύργος

Κορυτσά · Οκτώβριος 2025

Η Κορυτσά από ψηλά, φωτογραφία των αδελφών ΜανάκιαΗ Κορυτσά σήμερα, από την ίδια γωνίαΤο περίγραμμα του Αγίου Γεωργίου στο πλακόστρωτο

Η φωτογραφία του Μίλτου δείχνει την Κορυτσά από ψηλά: κεραμοσκεπές, αυλές, ίσιους δρόμους που ανεβαίνουν προς τον λόφο, και στο βάθος, κάτω από το γυμνό βουνό, τον μιναρέ του τζαμιού Μιραχόρ, ενός από τα παλαιότερα της Αλβανίας. Με την πρώτη ματιά μοιάζει τραβηγμένη από drone.

Αναρωτήθηκα από πού είχε τραβηχτεί. Η γωνία δεν αφήνει πολλές επιλογές. Γύρω στο 1900 δεν υπήρχε στην Κορυτσά κανένα τόσο ψηλό κτίριο. Ένα μόνο σημείο μπορούσε να σηκώσει έναν φωτογράφο πάνω από τις στέγες: το καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου, που ολοκληρώθηκε το 1905.

Η εκκλησία δεν υπάρχει πια. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 το κομμουνιστικό καθεστώς την κατεδάφισε για να χτιστεί η βιβλιοθήκη. Ξαναέκανα τη φωτογραφία από το μόνο ψηλό σημείο που έμεινε κοντά: έναν πύργο χτισμένο την ίδια εποχή, λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα. Αριστερά φαίνεται ξανά ο μιναρές του τζαμιού Μιραχόρ· μπροστά, οι πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’70. Ένα καμπαναριό αντικαταστάθηκε από έναν πύργο. Η πόλη αναγνωρίζεται, αν και ο μιναρές είναι άλλος: κατεστραμμένος κι αυτός επί Ενβέρ Χότζα, ξαναχτίστηκε το 2014.

Από ψηλά, από τον ίδιο πύργο, είδα και το ίχνος της εκκλησίας. Το περίγραμμά της είναι σήμερα χαραγμένο με λευκή πέτρα στο πλακόστρωτο του δρόμου, η αψίδα και οι τοίχοι, σαν σε σχέδιο αρχιτέκτονα. Κάθε μέρα κάποιος ανάβει εκεί ένα καντήλι, στη θέση μιας εκκλησίας στο καμπαναριό της οποίας ανέβηκε, πριν από έναν αιώνα, ένας Βλάχος φωτογράφος με τη μηχανή στην πλάτη.

Κορυτσά, 2025
Κορυτσά, μετά το 1905
Αδελφοί ΜανάκιαΚορυτσά, 2025
Σύρετε τον δρομέα: η Κορυτσά από το χαμένο καμπαναριό και η Κορυτσά από τον σημερινό πύργο.
07Μπίτολα · 1911

Ένα σπίτι για μία επίσκεψη

Μπίτολα · Νοέμβριος 2025

Ο σουλτάνος Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ στο Μοναστήρι, 1911Το κτίριο σήμερα, από το παράθυρο του Αρχείου

Το φωτογράφισα από το παράθυρο του Αρχείου, μέσα από τα έλατα. Το κτίριο χτίστηκε για μία μόνο επίσκεψη: του σουλτάνου Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ, το καλοκαίρι του 1911. Ήταν το τελευταίο ταξίδι σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη στα ακόμη οθωμανικά Βαλκάνια.

Οι αδελφοί Μανάκια φωτογράφισαν την τελετή μπροστά στο σπίτι: αξιωματικοί, υπάλληλοι και προύχοντες τοποθετημένοι με πρωτοκολλική ακρίβεια, ο καθένας στη θέση του. Είναι η εικόνα μιας τάξης σίγουρης για τον εαυτό της. Έναν χρόνο αργότερα άρχιζε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος και το Μοναστήρι ήταν από τις πρώτες πόλεις που έχασε η αυτοκρατορία.

Το σπίτι στεγάζει σήμερα την πρυτανεία του πανεπιστημίου. Η πρόσοψη είναι νεοκλασική, ευρωπαϊκή, όπως απαιτούσε το πολιτικό γούστο της εποχής. Η κάτοψη είναι οθωμανική, στραμμένη προς τα μέσα, με ιεραρχίες δωματίων που η πρόσοψη δεν προδίδει. Απ’ έξω η Ευρώπη, από μέσα η αυτοκρατορία. Όπως όλη η πόλη.

Οι αδελφοί κινηματογράφησαν και την επίσκεψη: τον σουλτάνο, την πομπή, το πλήθος στους δρόμους. Λίγα δευτερόλεπτα φιλμ από έναν κόσμο που θα χανόταν μέσα σε έναν χρόνο.

Η επίσκεψη του σουλτάνου Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ στο Μοναστήρι, 1911. Ταινία των αδελφών Μανάκια. Πηγή: Κινηματοθήκη της Βόρειας Μακεδονίας.

Το ημερολόγιο συνεχίζεται. Οι νέες ανακαλύψεις εμφανίζονται εδώ, όπως έρχονται.

Scroll to Top