Πέρα από το Χθες

Ένας ανθρωπολογικός περίπατος στα ίχνη των αδερφών Μανάκια στις αρχές του 1900

ένα έργο εικαστικής ανθρωπολογίαςαπό τον Cătălin D. Constantin

Είμαι ανθρωπολόγος και η ανθρωπολογία πριμοδοτεί εξ ορισμού την άμεση επαφή με το πεδίο, συχνά σε βάρος της βιβλιογραφικής ή αρχειακής μελέτης.  Σταθερά και για περισσότερο από μια δεκαετία πραγματοποιώ το μεγαλύτερο μέρος της επιτόπιας έρευνάς μου στα Βαλκάνια, στις παλιές κοινότητες των Βλάχων βοσκών, οι οποίοι σήμερα ζουν κυρίως στην Ελλάδα και την Αλβανία, αλλά και στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, τη Ρουμανία και, σε μικρότερο βαθμό, τη Βουλγαρία. Με τη συνοδεία ενός συναδέλφου και καλός φίλος από τη Νέα Υόρκη, ο Dan Bora, με τον οποίο συναντιόμαστε μία ή δύο φορές το χρόνο στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, για να μεταβούμε από εκεί στα απομακρυσμένα χωριά στις πλαγιές της Πίνδου. Επίσης και η ξαδέλφη μου, Carmen Dobrotă, στην οποία είμαι ευγνώμων για τα τόσα πολλά ταξίδια που κάναμε μαζί, αλλά και για την επιμέλεια που ανέλαβε σε αρκετές από τις εκθέσεις οπτικής ανθρωπολογίας που έκανα όλα αυτά τα χρόνια.

Το 2017, κατά τη διάρκεια αρχειακής έρευνας στο Εθνικό Μουσείο του Ρουμάνου Αγρότη στο Βουκουρέστι, ανακάλυψα ότι λίγες από τις φωτογραφίες βλαχικών περιοχών που βρίσκονται στη Συλλογή Μανάκια, ένα από τα σημαντικότερα αρχεία παλαιών εικόνων που σώζονται στη Ρουμανία, έχουν καταχωρημένη τοποθεσία. Πολλές από αυτές φέρουν απλά μια σύντομη περιγραφή γραμμένη στο πνεύμα των αρχών του 20ού αιώνα,  ακολουθώντας μια διατύπωση του τύπου: «βλαχικό χωριό στα Βαλκάνια». Σήμερα, οι ανθρωπολόγοι έχουν καθήκον να είναι πολύ πιο ακριβείς. Κάποια από αυτά τα χωριά τα αναγνώρισα αμέσως, αποτέλεσμα της εμπειρίας μου από προηγούμενη επιτόπια έρευνα, όπως για παράδειγμα τη φωτογραφία του χωριού Ηλιοχώρι στο Ζαγόρι, όπου ο χιλιόχρονος πλάτανος στην πλατεία του χωριού, ένας από τους παλαιότερους στην Ελλάδα, αποτελεί ένα άμεσα αναγνωρίσιμο οπτικό στοιχείο. Για κάποιες άλλες φωτογραφίες, και εδώ η ιστορία γίνεται ολίγον τι περιπετειώδης, ακολούθησε μια νέα σειρά επιτόπιων ερευνών στα Βαλκάνια, αλλά και συμβάντων και συναντήσεων που σημαδεύτηκαν από ενδιαφέρουσες συγκυρίες. Τότε ήταν επίσης που μου ήρθε η ιδέα να ξαναστήσω σήμερα αυτές τις φωτογραφίες του 1900, με το ίδιο ακριβώς κορνιζάρισμα των αδελφών Μανάκια.

Ιωάννης και Μίλτος Μανάκια

Τα αδέλφια Ιωάννης και Μίλτος Μανάκια γεννήθηκαν σε μια οικογένεια Βλάχων βοσκών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στην Αβδέλλα, ένα χωριό που βρίσκεται στις ψηλές πλαγιές της Πίνδου και τότε ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ σήμερα στην Ελλάδα. Η ιστορία τους θυμάται ως τους δημιουργούς μεγάλου αριθμού φωτογραφιών με ιδιαίτερη ιστορική  σημασία και ως τους πρώτους κινηματογραφιστές που γύρισαν την πρώτη ταινία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα Βαλκάνια, μόλις μια δεκαετία αφότου οι αδερφοί Lumière είχαν παρουσιάσει την πρώτη ταινία στην ανθρώπινη ιστορία. Οι δυο τους φοιτούν στο ρουμανικό σχολείο του χωριού τους και στη συνέχεια στο ρουμανικό γυμνάσιο των Ιωαννίνων, ακολουθώντας ένα μονοπάτι διαφορετικό από εκείνο των προγόνων τους, οι οποίοι κατείχαν μεγάλα κοπάδια προβάτων. Αντ’ αυτού, θα γίνουν «περιπλανώμενοι» στα Βαλκάνια με στόχο τη λήψη φωτογραφιών σε μια πολιτικά και ιστορικά εξαιρετικά περίπλοκη περίοδο, κατά την οποία έλαβε χώρα η οριστική κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι βαλκανικοί πόλεμοι και η χάραξη των εθνικών συνόρων. Θα ανοίξουν ένα φωτογραφικό στούντιο στα Ιωάννινα, το οποίο αργότερα θα μεταφέρουν στο Μοναστήρι στη σημερινή Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, τότε πρωτεύουσα του ομώνυμου οθωμανικού βιλαετιού και δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της περιοχής μετά τη Θεσσαλονίκη. Ο Γιάννης και ο Μίλτος θα ταξιδέψουν σε χωριά, ορισμένα από τα οποία είναι πολύ δύσκολα προσβάσιμα, καθώς και σε πόλεις και πανηγύρια της οθωμανικής επαρχίας, για να τραβήξουν φωτογραφίες, με μια μεγάλη, βαριά φωτογραφική μηχανή και εύθραυστες, γυάλινες πλάκες. Ήταν ένα επάγγελμα που γινόταν με πάθος και πολύ ταλέντο, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν ένας τρόπος να βγάλουν τα προς το ζην. Οι περισσότερες φωτογραφίες στα αρχεία του Εθνικού Μουσείου του Ρουμάνου Αγρότη είναι πορτρέτα απλών ανθρώπων της εποχής, ντυμένων με παραδοσιακές φορεσιές ή με «γερμανικά» ρούχα. Η νεωτερικότητα και τα αρχαϊκά στοιχεία, πιο σύγχρονα από ποτέ σε εκείνη την εποχή του πρώιμου εκσυγχρονισμού των Βαλκανίων, είναι ευδιάκριτα ορατά στις φωτογραφίες τους. Με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι δεν επρόκειτο για διαφορετικούς κόσμους, που ζούσαν ταυτόχρονα και σπάνια έρχονταν σε επαφή, όπως μπήκα στον πειρασμό να πιστέψω και όπως τους παρουσιάζουν οι περισσότεροι ιστορικοί που ενδιαφέρονται για την περίοδο αυτή. Ήταν κάτι άλλο: δύο αλληλεπικαλυπτόμενοι κόσμοι. Ταξιδεύοντας στα χωριά της Πίνδου διαπίστωσα ότι μερικές φορές οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίζονταν στις φωτογραφίες, ανάλογα με την περίσταση, άλλοτε ως βοσκοί με παραδοσιακή ενδυμασία, άλλοτε με τα «καλά» ρούχα της πόλης, σαν κύριοι και κυρίες σύμφωνα με την ευρωπαϊκή μόδα και πολυτέλεια, παρόλο που ζούσαν σε χωριά φαινομενικά αποκομμένα από τον κόσμο. Στα πορτραίτα προστίθενται φωτογραφίες από οικογενειακές εκδηλώσεις, γάμους ή κηδείες, ή πανήγυρεις στο πλαίσιο μεγάλων θρησκευτικών γιορτών, αλλά και κάποια πολιτικά γεγονότα, όπως η επίσκεψη του Σουλτάνου στο Μοναστήρι, η οποία έγινε και θέμα μιας ταινίας τους. Ενώ οι φωτογραφίες που φυλάσσονται στο Βουκουρέστι παρουσιάζουν κυρίως εθνογραφικό ενδιαφέρον, οι χιλιάδες γυάλινες πλάκες που φυλάσσονται στο Μοναστήρι αποκαλύπτουν ένα εξαιρετικό καλειδοσκόπιο της ζωής των Βαλκανίων στις αρχές του 20ού αιώνα, απεικονίζοντας συχνά την απλή καθημερινότητα της εποχής, που τώρα, μετά το πέρασμα του χρόνου, εκπλήσσει με τον πλούτο, την ένταση και τη διαφορά της από το σήμερα. Πολλές από τις σκηνές που φωτογράφισαν τα αδέρφια αποδίδονται με απόλυτη καλλιτεχνική αίσθηση, με με φινέτσα στο καδράρισμα και την αποτύπωση της στιγμής που εκπλήσσει τον ανθρωπολόγο που σήμερα σκαλίζει τα αρχεία.

Το 1906, ο Ιωάννης και Μίλτος Μανάκια προσκλήθηκαν στο Βουκουρέστι για τη Γενική Έκθεση της Ρουμανίας, όπου έλαβαν τον τιμητικό τίτλο των Φωτογράφων της Βασιλικής Αυλής της Ρουμανίας. Με την ευκαιρία αυτή, αποκτήθηκε μια συλλογή φωτογραφιών που απεικόνιζε πορτραίτα Βλάχων και βλαχικών οικισμών της Πίνδου για το Εθνικό Μουσείο Τέχνης, πρόγονο του σημερινού Εθνικού Μουσείου του Ρουμάνου Αγρότη, που ιδρύθηκε εκείνη την εποχή από τον Tzigara Samurcaș. Αυτές οι φωτογραφίες αποτέλεσαν τη βάση από την οποία ξεκινήσαμε με τον Αμερικανό συνάδελφό μου το καλοκαίρι του 2017.

Κοιτάζοντας πίσω, οι επισκέψεις των αδελφών Μανάκια στο Βουκουρέστι σηματοδότησαν ένα σημείο καμπής στην καριέρα τους. Από εκείνη τη στιγμή το έργο τους άρχισε να αποκτά βαθιά σημασία για την οπτική ιστορία των Βαλκανίων. Στο Βουκουρέστι, οι αδελφοί Μανάκια βλέπουν για πρώτη φορά μια κινηματογραφική προβολή και μαθαίνουν για την κινηματογραφική τεχνική των αδελφών Lumière. Μένουν έκπληκτοι, κι έτσι ο Γιάννης πηγαίνει στο Λονδίνο για να αγοράσει μια κινηματογραφική μηχανή. Η τύχη το έφερε να είναι η 300η κινηματογραφική κάμερα Bioscope στον κόσμο.

Την εποχή που κατά κύριο λόγο κινηματογραφούνταν οι νέες τεχνολογικές κατακτήσεις, όπως οι ουρανοξύστες και τα υπερωκεάνια ατμόπλοια, τα δύο αδέλφια ανέβηκαν πίσω στο ορεινό χωριό τους και γύρω στα 1906 ή 1907 (δεν είμαστε σίγουροι για τη χρονιά) γύρισαν ένα ντοκιμαντέρ εθνογραφικού χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια βωβή ταινία με διάρκεια λιγότερη του ενός λεπτού, όπως άλλωστε επέτρεπαν και τα τεχνικά πρότυπα της τότε εποχής. Με αυτήν τους την ταινία οι Μανάκια επιτυγχάνουν εν αγνοία τους ένα τριπλό παγκόσμιο ρεκόρ. Είναι η πρώτη ταινία που γυρίστηκε ποτέ στην αχανή ακόμα Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και το πρώτο εθνογραφικό ντοκιμαντέρ στα Βαλκάνια. Για την ακρίβεια, ήταν το πρώτο βαλκανικό ντοκιμαντέρ οποιουδήποτε είδους. Θέμα: «Παραδοσιακή επεξεργασία μάλλινης ύλης». Κινηματογραφούνται ομάδες γυναικών με λαϊκές φορεσιές. Ανάμεσά τους, ακριβώς στο κέντρο, λίγα δευτερόλεπτα σε πρώτο πλάνο, η Δέσπα, η γιαγιά των αδελφών, η οποία ήταν 114 ετών, σύμφωνα με μεταγενέστερη μαρτυρία του Μίλτου. Όσο μεγάλη και αν φαινόταν, η ηλικία της δεν ήταν και δεν ήταν κάτι τόσο ασυνήθιστο για τους Βλάχους της Πίνδου. Με άλλα λόγια, η γιαγιά Δέσπα γεννήθηκε τον 18ο αιώνα (1792 – 1793), την εποχή του Αλή Πασά, όταν ο Ναπολέων μόλις άρχιζε να γίνεται ο Ναπολέων που έμαθε όλος ο κόσμος. Πρόκειται για μια εκπληκτικά παλιά χρονολογία για έναν άνθρωπο που απαθανίστηκε σε μια κινηματογραφική ταινία. Υπήρχε, βέβαια, άλλο ένα ρεκόρ που κατέκτησαν εν αγνοία τους τα δύο αδέλφια όταν κινηματογραφούσαν στο σπίτι τους, στο άγνωστο από την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο ορεινό χωριό τους. Η γιαγιά Δέσπα από την Αβδέλλα, γιαγιά του Μίλτου και του Γιάννη, ήταν το γηραιότερο άτομο που κινηματογραφήθηκε ποτέ, κι όχι ο Πάπας Λέων ΙΓ’, γεννημένος το 1810, ή Ρεβέκκα Κλαρκ, γεννημένη το 1804 στο Ηνωμένο Βασίλειο και κινηματογραφημένη με μια κάμερα Kinora το 1912. Δεν ήταν λοιπόν κάποια διασημότητα από τη Δυτική Ευρώπη, την κινητήρια δύναμη της τεχνολογίας και του «πολιτισμού», αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα από την Πίνδο, από ένα απομονωμένο χωριό των οθωμανικών Βαλκανίων, για την ύπαρξη των οποίων μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα είχε αρχίσει να μαθαίνει ο ευρωπαϊκός κόσμος, με τις εφημερίδες του να γράφουν με τρόμο και γοητεία για την ταραγμένη αυτή περιοχή και τους βαλκανικούς πολέμους. Παρόλο που η ηλικία της γριάς (κάτω από μια φωτογραφία της, ο άλλος αδελφός, ο Γιαννάκης, σημειώνει ότι η Δέσποινα ήταν 102 ετών) όσο και η χρονολογία της ταινίας αμφισβητούνται, η αποτύπωση της εικόνας παραμένει, πέρα από κάθε ακριβή χρονολόγηση, έγκυρη.

Το πόσο περίπλοκη ήταν η μοίρα των Βαλκανίων εκείνη την εποχή αποκαλύπτεται στους επισυναπτόμενους χάρτες. Πρόκειται για εθνολογικούς χάρτες της οθωμανικής επαρχίας της Μακεδονίας. Στα νότια, αν και δεν υπάρχει στον χάρτη, γιατί δεν ήταν καθόλου σημαντικό, βρίσκεται η Αβδέλλα, το χωριό των αδελφών Μανάκια, και λίγο βορειότερα το Μοναστήρι, γνωστή ως πόλη των προξένων, αυτή τη φορά σημειωμένη στον χάρτη, όπου τα αδέρφια είχαν το φωτογραφικό τους εργαστήριο και όπου θα άνοιγαν επίσης έναν κινηματογράφο που σύντομα θα γινόταν πολύ δημοφιλής σε όλη την επαρχία. Η Αβδέλλα σύντομα έγινε μέρος της Ελλάδας. Το Μοναστήρι σύντομα θα μετονομαστεί σε Μπίτολα, καθώς γίνεται μέρος του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας. Όλα αυτά, βέβαια, ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς τρομακτικών εντάσεων. Οι χάρτες απεικονίζουν ένα δυσνόητο για τον εκάστοτε θεατή κράμα εθνοτήτων, στα πλαίσια του οποίου ήταν αδύνατο να χαραχθούν ακριβή σύνορα πάνω στα ιδεολογικά πρότυπα της εποχής. Από το όνομα, μάλιστα, Μακεδονία προέρχεται και η ονομασία μια γαλλικής σαλάτας, macédoine, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι Γάλλοι, διάσημοι για τους ραφιναρισμένους τρόπους τους, δεν ήταν πάντα έτσι στην ιστορία. Αλλά οι χάρτες απεικονίζουν επίσης, ονομαστικά, τις εδαφικές διαμάχες της εποχής. Ένας χάρτης φέρει τον υπότιτλο point de vue bulgare (βουλγαρική οπτική), ένας άλλος point de vue serbe (σερβική οπτική). Στον ιστορικό, πολιτικό και χαρτογραφικό λόγο της Ευρώπης, εμφανίστηκε και μια νέα εθνοτική ομάδα – οι Σλαβομακεδόνες, που προηγουμένως ήταν γνωστοί ως Βούλγαροι. Το έδαφος διεκδικούσαν εξίσου η Σερβία και η Βουλγαρία. Το μεγαλύτερο μέρος της αξίωνε και η Ελλάδα στη βάση μιας ένδοξης ιστορίας με καταβολές από την αρχαιότητα. Η ύπαρξη ενός εθνικού πληθυσμιακού χάρτη χρησίμευε ως επιχείρημα και διαχωριστική αρχή σε μια εποχή που τα έθνη, μετά από αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, ήθελαν ανεξαρτησία και όσο το δυνατόν περισσότερα εδάφη. Κανένας, ωστόσο, από τους χάρτες της εποχής δεν μπορούσε να υποστηρίξει σαφείς εθνοτικές οριοθετήσεις και, σε κάθε περίπτωση, όλοι ή σχεδόν όλοι τους υπερέβαλαν στο ποσοστό μιας εθνοτικής ομάδας εις βάρος των άλλων, ερμηνεύοντας οπτικά την ιστορία και τη γεωγραφία σύμφωνα με τα εκάστοτε πολιτικά και εδαφικά συμφέροντα. Εκείνη την εποχή, παρατηρούνταν και το απολύτως παράξενο φαινόμενο να  δηλώνει ένα μέρος μιας οικογένειας ότι ανήκε σε μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα και ένα άλλο μέρος της ίδιας οικογένειας σε μια άλλη.

Με μια ματιά, καμία από αυτές τις πολιτικές και εδαφικές συγκρούσεις δεν αντανακλάται στα πρόσωπα των απλών ανθρώπων και στις εθνογραφικές σκηνές των φωτογραφιών της Συλλογής Μανάκια στο Εθνικό Μουσείο του Ρουμάνου Αγρότη.

Με την υποψιασμένη, ωστόσο,  ματιά του ανθρωπολόγου, ολόκληρη αυτή η ταραγμένη εποχή μπορεί να διαβαστεί με απόλυτη πληρότητα, καθώς η Συλλογή Μανάκια αποτελεί μεν μια έμμεση, αλλά και άψογη τοιχογραφία των εντάσεων των αρχών του 20ού αιώνα στα Βαλκάνια. Είναι εντυπωσιακό, αλλά και ιδιαίτερα δύσκολο να αντιληφθεί κανείς σήμερα πως ο Μίλτος και ο Γιάννης προχώρησαν στη λήψη πορτρέτων ανεξαρτήτως εθνικότητας σε μια εποχή που οι εθνικές συγκρούσεις μαίνονταν.

Από την άλλη πλευρά, τα δυο αδέλφια θα φωτογραφίσουν τον σουλτάνο, τον πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και τη ρουμανική βασιλική οικογένεια. Επίσης, θα έχουν την ευκαιρία να φωτογραφίσουν το πορτρέτο του Έλληνα βασιλιά και του βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας. Ο Μίλτος θα μπορέσει στη συνέχεια να φωτογραφίσει τον Τίτο, όταν αυτός δεν ήταν ακόμα κυβερνήτης της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, γεγονός που αποτέλεσε ευτυχής σύμπτωση για τη μετέπειτα μοίρα του.

Οι Βλάχοι βρέθηκαν και αυτοί μπλεγμένοι στα τεταμένα παιχνίδια ταυτότητας εκείνων των καιρών. Μια πικρή σύγκρουση δίχασε την κοινότητα. Ένα μέρος των Βλάχων, ίσως το μεγαλύτερο, επέλεξε την ελληνική εθνική ταυτότητα, αγωνιζόμενο συνειδητά για την Ελλάδα. Ένα άλλο μέρος, λόγω της καθομιλούμενης κουτσοβλαχικής γλώσσας τους, επέλεξε τη ρουμανική ταυτότητα και, στο πλαίσιο των αλλαγών των συνόρων εκείνης της εποχής, αρκετοί επέλεξαν να εγκαταλείψουν τον τόπο καταγωγής τους και να μετοικίσουν στην τότε ρουμανική Νότια Δοβρουτσά, η οποία θα περνούσε στη Βουλγαρία το 1940, γεγονός που επρόκειτο να προκαλέσει νέες θλιβερές πληθυσμιακές μετατοπίσεις. Προσωπικά θα ήθελα να πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχισαν τη ζωή τους, άλλοτε ακολουθώντας την παράδοση και άλλοτε καινοτομώντας βάσει των δεδομένων της εποχής, χωρίς να θέτουν στον εαυτό τους τέτοια ερωτήματα ταυτότητας. Σήμερα γίνεται πολύς λόγος στην Ελλάδα για τους αδελφούς Μανάκια ως πρωτοπόρους του βαλκανικού κινηματογράφου. Μεγάλη συζήτηση διεξάγεται, επίσης, στη Βόρεια Μακεδονία, ενώ στη Ρουμανία η συζήτηση αυτή είναι πολύ πιο περιορισμένη. Κάθε μία από αυτές τις βαλκανικές χώρες διεκδικεί τους αδελφούς ως δικαιωματικά δικούς της. Στα χρόνια μας, αυτή η συζήτηση δεν θα πρέπει να έχει πλέον σημασία. Οι αδελφοί Μανάκια απλά ανήκουν στην ιστορία των Βαλκανίων.

Η ίδια η ζωή των αδελφών είναι ενδεικτική της μοίρας των Βαλκανίων. Μετά το 1935 οι δύο φωτογράφοι χωρίστηκαν. Ο Ιωάννης θα πεθάνει στη Θεσσαλονίκη το 1954, φτωχός και συντετριμμένος από τον πρόωρο θάνατο του γιου του. Από το 1935 μέχρι το θάνατό του, για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο Γιάννης δεν μπόρεσε να ξαναδεί τον αδελφό του, καθώς ο  Μίλτος παρέμεινε στο Μοναστήρι, στη σοσιαλιστική από το 1943 Γιουγκοσλαβία. Εκεί που μέχρι πρότινος η μετακίνηση αποτελούσε τον φυσικό ρυθμό της ζωής των ανθρώπων, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή θρησκείας για αιώνες, υπήρχαν σταθερά και αδιάβατα σύνορα. Ο Μίλτος επρόκειτο να τύχει ευρείας εθνικής αναγνώρισης στη Γιουγκοσλαβία επειδή, μεταξύ άλλων, έτυχε να έχει απαθανατίσει νεανικά πορτρέτα Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών, μεταξύ των οποίων, όπως αναφέραμε, και του Τίτο. Το αρχείο του αγοράστηκε από το γιουγκοσλαβικό κράτος, ενώ ο ίδιος έδωσε συνεντεύξεις, αποτελώντας, επίσης, το θέμα ενός ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στο Ζάγκρεμπ κατά τη διάρκεια της ζωής του. Πέθανε το 1964 και από το 1979 (τη χρονιά που γεννήθηκα κι εγώ), διοργανώνεται κάθε χρόνο στο Μοναστήρι ένα διεθνές φεστιβάλ ντοκιμαντέρ με τίτλο Camera 300, ένα από τα μακροβιότερα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ στην Ευρώπη. Η καλλιτεχνική ταινία του Έλληνα σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το βλέμμα του Οδυσσέα» (1995), ένα αριστούργημα που εξιστορεί με μια εξαιρετική και μελαγχολική καλλιτεχνική γλώσσα τη θλιβερή μοίρα του κατακερματισμού των Βαλκανίων σε κράτη με κλειστά σύνορα και την αποτρόπαια τραγωδία του ξεριζωμού, ξεκινάει από τα πλάνα της γιαγιάς Δέσπας που τράβηξαν τα δύο αδέλφια στην Αβδέλλα. Ο Αγγελόπουλος χτίζει το ταξίδι ενός σύγχρονου χαρακτήρα στα Βαλκάνια μετά το 1990, όταν τα σύνορα ανοίγουν ξανά μετά από δεκαετίες, αναζητώντας μια υποθετική χαμένη ταινία των αδελφών Μανάκια, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται σε αναζήτηση της δικής του χαμένης ταυτότητας.

Με μια εξαίρεση, όλες αυτές οι φωτογραφίες που απεικονίζουν οικισμούς αναπνέουν την ηρεμία της απομόνωσης στη φύση, κοντά σε βουνοκορφές, ανάμεσα σε δάση, μακριά από τους μεγάλους εμπορικούς δρόμους που διέσχιζαν τη βαλκανική χερσόνησο. Πίσω, βέβαια, από τη φαινομενική ηρεμία τους, το μάτι του ανθρωπολόγου μπορεί να «διαβάσει» τον θόρυβο της εποχής, τις συγκρούσεις και τις παλινωδίες της ταυτότητας των Βλάχων εκείνης της εποχής, οι οποίες είχαν ως επακόλουθα την αναχώρησή τους από τα χωριά και τις ορεινές πόλεις σε άλλα μέρη, τη διαίρεσή τους μεταξύ αντίπαλων κρατών, αλλά και την αδυναμία πλέον μετακίνησής τους σε δρόμους που είχαν ξαφνικά κοπεί από τα εθνικά σύνορα. Από τα χωριά που απεικονίζονται στις φωτογραφίες των αδελφών Μανάκια και αναπαράγονται στις επόμενες σελίδες, τα περισσότερα βρίσκονται στη σημερινή Ελλάδα, τέσσερα στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και ένα στην Αλβανία. Όταν ο Tzigara Samurcaș τις αγόρασε από τα δύο αδέλφια για το Μουσείο Εθνικής Τέχνης, σημείωσε τα ονόματα των οικισμών σε ορισμένες από τις φωτογραφίες. Οι περισσότερες, ωστόσο, δεν φέρουν όνομα αλλά μόνο την αόριστη ένδειξη «βλαχικό χωριό στα Βαλκάνια».

Τον Αύγουστο του 2017, την ημέρα ακριβώς που επρόκειτο να αναχωρήσω με τον Αμερικανό συνάδελφό μου για την Ελλάδα για μια ακόμη δόση της επιτόπιας έρευνάς μας, πέρασα από το μουσείο για να του δείξω (μόλις είχε φτάσει στο Βουκουρέστι) τα πρωτότυπα αυτών των φωτογραφιών. Τότε παρατηρήσαμε μαζί ότι από τους καταλόγους του μουσείου έλειπε η ακριβής τοποθεσία πολλών από τις εικόνες. Αναγνωρίσαμε αμέσως ορισμένους από τους οικισμούς, καθώς είχαμε βρεθεί εκεί πολλές φορές κατά την προηγούμενη έρευνά μας. Το Ηλιοχώρι (Ντομπρίνοβο στα βλαχικά) ήταν εύκολο να αναγνωριστεί. Έχει ίσως τον γηραιότερο πλάτανο στην Ελλάδα, ηλικίας άνω των 1000 ετών, στην πλατεία του, παρόλο που σήμερα ο κάποτε ακμάζων και πυκνοκατοικημένος οικισμός δεν μοιάζει καθόλου με αυτόν του παρελθόντος, αφού κάηκε ολοσχερώς από τα υποχωρούντα γερμανικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εξίσου εύκολα αναγνωρίσιμες ήταν οι Καλαρρύτες και το Συρράκο με την πέτρινη αρχιτεκτονική τους, αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Εκεί πέρασα εβδομάδες γράφοντας ένα από τα κεφάλαια της διδακτορικής μου διατριβής στην αρχιτεκτονική. Οι παρατηρήσεις μας καταχωρήθηκαν αμέσως στα βιβλία του μουσείου και η συντονίστρια του αρχείου, Simina Bădică, έγραψε σε μια ανάρτηση στη σελίδα του μουσείου ότι η καλύτερη μέρα για τον επιμελητή ενός αρχείου είναι η μέρα που μαθαίνει νέα πράγματα από άλλους για τις πλάκες του δικού του αρχείου. Η διπλανή φωτογραφία είναι «κλεμμένη» από τη Simina, καθώς εγώ και ο συνάδελφος ερευνητής μιλούσαμε για αυτά τα χωριά, αποκαλώντας τα με το όνομά τους, αναλογιζόμενοι τους Βλάχους και τις ιστορίες αυτών των τόπων. Κάποιες, ωστόσο, από εκείνες τις φωτογραφίες ήταν ένα μυστήριο για εμάς. Τότε ήταν που αποφασίσαμε να αλλάξουμε επί τόπου την αρχική προγραμματισμένη μας διαδρομή μέσω της Ελλάδας για να εντοπίσουμε όλες τις φωτογραφίες, και να προσπαθήσουμε να αναδημιουργήσουμε, χρησιμοποιώντας το ίδιο κάδρο, εκατό και πλέον χρόνια μετά, όλες τις εικόνες των βλαχικών χωριών των αδελφών Μανάκια.

Δύο ημέρες αργότερα βρισκόμασταν στη Βόρεια Μακεδονία. Η φωτογραφία της μικρής πόλης Κρούσεβο έφερε τη χειρόγραφη σημείωση του Samurcaș: Το Κρούσεβο κάηκε από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής επανάστασης του 1903 στις 15 Αυγούστου. Το μεγάλο ζήτημα για εμάς ήταν να εντοπιστεί το ακριβές σημείο από το οποίο οι αδελφοί Μανάκια είχαν φωτογραφίσει τον οικισμό. Το Κρούσεβο δεν είναι πλέον χωριό, αλλά μια μικρή πόλη, η ψηλότερη στα Βαλκάνια. Αποτέλεσε ένα από τα μέρη όπου κατέφυγαν κάποιοι από τους Βλάχους της Μοσχόπολης μετά την καταστροφή της πόλης, την οποία ανέφερα προηγουμένως. Με την πάροδο του χρόνου, προστέθηκαν σε αυτούς οι Μιζάκοι, ένας ανθρωπολογικά πολύ ενδιαφέρων πληθυσμός Σλαβομακεδόνων, ορθόδοξων Αλβανών, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου εκσλαβίστηκαν, αλλά  και Ελλήνων και άλλων Σλάβων από τη γύρω περιοχή της Μακεδονίας. Τον 19ο αιώνα, το Κρούσεβο έγινε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Οι εκεί Βλάχοι διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη και άλλες μεγάλες πόλεις της κεντρικής Ευρώπης. Αυτό οδήγησε σε ευημερία, η οποία έφερε γρήγορο εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό. Ο τότε πλούτος της πόλης μπορεί να διαβαστεί στη γοητευτική και ερειπωμένη πλέον αρχιτεκτονική των σπιτιών, ένα μείγμα οθωμανικού στυλ με βενετσιάνικα στοιχεία και κεντροευρωπαϊκές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «βαλκανικό στυλ». Το 1903, την ημέρα του Προφήτη Ηλία, οι κάτοικοι του Κρούσεβο εξεγέρθηκαν κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ονομάζεται «εξέγερση του Ίλιντεν» στα βιβλία της ιστορίας. Αρχηγός της εξέγερσης ήταν ο Πίτου Γκούλι, ένας Βλάχος. Ανακηρύσσεται η δημοκρατία και γράφεται ένα μανιφέστο, το οποίο οι ιστορικοί αποκαλούν Μανιφέστο του Κρούσεβο. Πρόκειται για μια έκκληση προς όλα τα έθνη της Μακεδονίας, ανεξαρτήτως θρησκείας και εθνικότητας, να πολεμήσουν κατά των Οθωμανών. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ιδέα μιας πολυεθνικής, πολυθρησκευτικής δημοκρατίας είναι εκπληκτικά σύγχρονη για τις αρχές του 20ού αιώνα στα Βαλκάνια. Οι τουρκικές αρχές αρχικά αγνοούν την εξέγερση, θεωρώντας την πόλη πολύ μικρή και απομονωμένη για να αξίζει την προσοχή τους. Στη συνέχεια πανικοβάλλονται και στρέφουν μια ένοπλη δύναμη δυσανάλογα δυσανάλογη με τον πληθυσμό της πόλης. Το Κρούσεβο αντιστέκεται απροσδόκητα σε αυτή την τουρκική ένοπλη δύναμη. Μέσα σε δέκα ημέρες, όσο κράτησε η εξέγερση, οι κάτοικοι οργανώθηκαν με εντυπωσιακό τρόπο για να πάρουν τις αποφάσεις τους. Συγκρότησαν ένα δημοτικό συμβούλιο 60 μελών (20 Βλάχοι, 20 Σλαβομακεδόνες, 20 Έλληνες, ώστε να εκπροσωπούνται εξίσου όλες οι εθνικές ομάδες της πόλης), έλιωσαν καμπάνες εκκλησιών για να φτιάξουν όπλα, ενώ έστησαν και ένα αυτοσχέδιο εργοστάσιο πυρομαχικών.

Οι αδελφοί Μανάκια καταφθάνουν δύο ημέρες μετά την καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους και βγάζουν τη φωτογραφία που έφθασε σε εμάς. Με αυτή τη φωτογραφία στο χέρι, ξεκινήσαμε με τα πόδια μέσα στο Κρούσεβο τον Αύγουστο του 2017 για να εντοπίσουμε το ακριβές σημείο όπου τραβήχτηκε. Το βρήκαμε γρήγορα, αλλά η ακριβής θέση της φωτογραφίας μόνο κατά προσέγγιση μπορούσε να εντοπιστεί. Η γωνία από την οποία βγάζαμε τις φωτογραφίες μας ήταν είτε πολύ χαμηλά είτε πολύ υψηλά σε σχέση με την παλιά φωτογραφία, ανάλογα, βέβαια, με το δρόμο στον οποίο βρισκόμασταν. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η φωτογραφία των Μανάκια είχε στην πραγματικότητα ληφθεί από ένα σημείο μεταξύ δύο δρόμων, όπου σήμερα υψωνόταν ένα σπίτι. Μέσα σε έναν αιώνα ιστορίας πολλά μπορούν να αλλάξουν. Εγώ, φυσικά, κατέφυγα στη βοήθεια του εξοπλισμού μας, και πιο συγκεκριμένα ενός drone, προκειμένου να τραβήξω τη φωτογραφία πάνω από το ακίνητο. Οι ιδιοκτήτες, βέβαια, βγήκαν έξω αμέσως φοβισμένοι και μας μάλωσαν, γρήγορα όμως εμείς εκμεταλλευτήκαμε τους καλούς μας τρόπους και κάπως έτσι καταλήξαμε εκεί που κάθε ανθρωπολόγος θα ήθελε να βρίσκεται, μέσα στο σπίτι, πίνοντας  καφέ και, κυρίως, κάνοντας κουβέντα στο σαλόνι με τον Vasko και τη Ljubica, περιτριγυρισμένοι από παιδιά και εγγόνια. Παρά τα σλαβικά ονόματά τους, οι οικοδεσπότες ήταν Βλάχοι. Οι ιστορίες έρρεαν και το παρελθόν του τόπου αποκτούσε ανθρώπινο πρόσωπο. Δεν θα επαναλάβω όσα άκουσα. Ίσως βρουν τη θέση τους σε ένα μελλοντικό βιβλίο.

Συγκρίνοντας τη φωτογραφία που τραβήχτηκε τον Αύγουστο του 2017, στο πλαίσιο της επιτόπιας έρευνάς μας, με εκείνη του Αυγούστου του 1903, από τους αδελφούς Μανάκια, συνειδητοποίησα ότι λίγα σπίτια από εκείνη την εποχή υπάρχουν ακόμα. Οι τουριστικοί οδηγοί παρουσιάζουν την πόλη ως σχεδόν πανομοιότυπα ανοικοδομημένη μετά την καταστροφή του 1903, αλλά η οπτική σύγκριση των εικόνων με οδήγησε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Η ανοικοδόμηση της πόλης  μπορεί να έγινε με όσο το δυνατόν πιο ακριβή τρόπο, απέχει όμως πολύ από την ευημερία του 19ου αιώνα. Μόνο η βλαχική εκκλησία ανοικοδομήθηκε πανομοιότυπα. Οι κάτοικοι του Kρούσεβο ήταν σπουδαίοι ξυλογλύπτες, και ο θρύλος που άκουσα στο Κρούσεβο λέει ότι ο τεχνίτης που δούλευε επί χρόνια πάνω στο καταπέτασμα της εκκλησίας το είχε τελειώσει μόλις λίγο καιρό πριν οι Τούρκοι εξαφανίσουν την εκκλησία από προσώπου γης. Στο άκουσμα της καταστροφής, ο τεχνίτης τρελάθηκε και για το υπόλοιπο της ζωής του τον έβλεπαν να περιφέρεται άσκοπα στην πόλη πάνω σε ένα γαϊδουράκι, λέγοντας πράγματα χωρίς ειρμό και χωρίς νόημα.

Μια άλλη λεπτομέρεια σε αυτή τη φωτογραφία των αδελφών Μανάκια οδήγησε σε μια θεαματική ανακάλυψη. Διαπιστώσαμε ότι οι συνομιλητές μας στο Κρούσεβο δεν ήταν ευχαριστημένοι με την σημείωση του Samurcaș κάτω από τη φωτογραφία, η οποία μιλάει για τη βουλγαρική επανάσταση του 1903, αν και μας το επισήμαναν πολύ διακριτικά. Είναι η μακεδονική επανάσταση, μας είπαν, δεν είμαστε Βούλγαροι. Η ιστορία των ταυτοτήτων είναι πολύ περίπλοκη και διφορούμενη στα Βαλκάνια. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, οι Σλάβοι κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας αποκαλούνταν Βούλγαροι από τους Ευρωπαίους περιηγητές και ιστορικούς. Οι ίδιοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Βούλγαρους και οι γείτονές τους στη σημερινή δυτική Βουλγαρία δεν αποκαλούνταν τότε Βούλγαροι αλλά, τις περισσότερες φορές, Σόποι (ή Σοπλούκ). Αυτά τα ονόματα, βέβαια, δεν σήμαιναν το 1900 αυτό που σημαίνουν σήμερα, αποτελώντας περισσότερο «εθνογραφικούς» όρους. Η ιδέα της σημασίας των ταυτοτήτων εκτός από εκείνες που βασίζονται στη θρησκεία διαμορφώνεται στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, μέσα σε περίπλοκες πολιτικές και ιστορικές συγκυρίες. Σήμερα, οι κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας είναι πολύ περήφανοι για τη δική τους ξεχωριστή ιστορική και εθνική ταυτότητα, την οποία, σε συζητήσεις μαζί τους, διαπίστωσα ότι ορισμένοι, συμπεριλαμβανομένων των Βλάχων της Βόρειας Μακεδονίας, ανάγουν μέχρι τον Μέγα Αλέξανδρο. Από ιστορική άποψη, φυσικά, ο Έλληνας βασιλιάς Αλέξανδρος της Μακεδονίας δεν θα μπορούσε να είναι Σλάβος ή Βλάχος. Αυτό το μπέρδεμα των ταυτοτήτων γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο, όταν αυτοί που σου εξηγούν όλα αυτά, σου λένε ότι είναι Μακεδόνες, όχι Βούλγαροι, και αμέσως μετά υποστηρίζουν ότι είναι Βλάχοι και πως οι Βλάχοι είναι Λατίνοι και όχι Σλάβοι. Τι συμπεράσματα να βγάλει κανείς από όλα αυτά; Αρκετά θα έλεγα εγώ, γιατί η αποστολή ενός ανθρωπολόγου δεν είναι να διαπιστώνει ιστορικές αλήθειες, αλλά να κατανοεί πώς διαμορφώνεται η ταυτότητα μιας κοινότητας με τις εγγενείς αποχρώσεις της ασάφειας και των αντιφάσεων που συχνά χαρακτηρίζονται από φανταστικά γεγονότα και ιστορίες στις οποίες οι άνθρωποι δίνουν βαθύ νόημα. Προσωπικά, πέρα από κάθε ιστορική, γενετική ή ανθρωπολογική αλήθεια, θα εμμένω πάντα στην άποψη ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται όπως θέλει, αρκεί να μην παραβιάζει το ίδιο δικαίωμα των συνανθρώπων του. Προκειμένου να μην δημιουργηθούν συζητήσεις γύρω από εθνικά θέματα, που ενδεχομένως θα μπλόκαραν την επικοινωνία μας με τους ντόπιους, αποφασίσαμε να κόψουμε την επιγραφή κάτω από την τυπωμένη ρεπροντιξιόν της φωτογραφίας των αδελφών Μανάκια που είχαμε μαζί μας. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι, χωρίς να το έχω σχεδιάσει ούτε δευτερόλεπτο, είχα τραβήξει τη φωτογραφία όχι μόνο από το ίδιο μέρος αλλά και την ίδια μέρα, με χρονική διαφορά ακριβώς 114 ετών από τους αδελφούς Μανάκια. Μέχρι τότε δεν είχα λάβει υπόψη μου τη διαφορά των ημερολογίων, και το Ιουλιανό ημερολόγιο ήταν ακόμα σε χρήση εκείνη την εποχή. Μόνο μετά τον υπολογισμό της διαφοράς των 13 ημερών συνειδητοποίησα την χρονική επικάλυψη. Είχα τραβήξει τη φωτογραφία ακριβώς την ίδια ημέρα! Ένας ανθρωπολόγος δύσκολα πιστεύει σε σημεία και ευθυγραμμίσεις των άστρων, αλλά η σύμπτωση προμήνυε πολλά για την αρχή του ταξιδιού μου στα ίχνη των φωτογραφιών των αδελφών Μανάκια του 1900.

Θα ήταν υπερβολικό να εξιστορήσω πάλι όλη αυτή τη διαδρομή αναδημιουργίας αυτών των φωτογραφιών. Κάποιες φορές ήταν απλό, άλλες περίπλοκο. Υπήρξαν και φορές που ήταν απλά τύχη! Στο Πισοδέρι, για παράδειγμα, ένα χωριό σε μια γωνιά της Ελλάδας που συνορεύει με την Αλβανία και τη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και στο οποίο τα πάντα έχουν αλλάξει σε σχέση με τη φωτογραφία του 1900, μόνο μια καθαρά τυχαία συνάντηση με έναν κύριο που γεννήθηκε εκεί, αλλά είχε φύγει προ πολλού και απλά έκανε μια σύντομη στάση για έναν καφέ στην  ταβέρνα του, παντελώς ερημωμένου την εποχή της επίσκεψής μας, χωριού του, μας βοήθησε να επιβεβαιώσουμε ότι αυτό ήταν το μέρος της φωτογραφίας από το αρχείο του Βουκουρεστίου. Το σπίτι του ήταν το τελευταίο από την παλιά φωτογραφία που είχε επιβιώσει σχεδόν μέχρι σήμερα, αφού κάηκε τρία χρόνια πριν έρθουμε, και μας το έδειξε στη φωτογραφία των αδελφών Μανάκια που κρατούσε αποθηκευμένη στο τάμπλετ του ο συνάδελφός μου. Είναι απείρως πιο δύσκολο να ανακαλύψεις ένα άγνωστο χωριό από μια παλιά εικόνα από το να αναδημιουργήσεις έναν αιώνα αργότερα μια φωτογραφία ενός διάσημου και άμεσα αναγνωρίσιμου τόπου. Έχω ταξιδέψει πολύ και με ιδιαίτερη ευχαρίστηση στις κρυφές γωνιές της βόρειας Ελλάδας. Οι ιστορίες είναι άφθονες και μερικές φορές μέσω των συμβολικών τους συμπτώσεων αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από εκείνη που έζησα στο Κρούσεβο. Φαντάστηκα τον Μίλτο και την Γιάννη Μανάκια να περπατούν με την τεράστια φωτογραφική τους μηχανή, στις πλάτες μουλαριών, έναν αιώνα και πλέον πριν, σε δρόμους και στραβά μονοπάτια που ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να διασχίσω. Τον Δεκέμβριο του 2021, λίγο μετά τα Χριστούγεννα, έκλεισα τη σειρά αναπλαισίωσης των φωτογραφιών των αδελφών Μανάκια με μια εικόνα από το Μέτσοβο, τον μεγαλύτερο βλαχικό οικισμό στην Ελλάδα, έναν τόπο ιδιαίτερης ομορφιάς και ποίησης, που μου είναι πολύ αγαπητός. Η φωτογραφία μου τραβήχτηκε επίσης χειμώνα, όπως και στο πρωτότυπο των αδελφών Μανάκια. Η σύγχρονη Ελλάδα χρωστάει τεράστιο χρέος στην κοινότητα του Μετσόβου, και η σύγχρονη ιστορία τη χώρας δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την ιστορία αυτής της μικρής βλαχικής κωμόπολης στα βουνά της Πίνδου. Το Πολυτεχνείο Αθηνών ονομάζεται ακόμα Μετσόβιο, ενώ η οικογένεια Αβέρωφ, που κατάγεται από εκεί, είναι αναπόσπαστο κομμάτι στην αφήγηση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Για να φέρω εις πέρας το έργο αυτό, χρειάστηκε να συμβουλευτώ παλιούς χάρτες. Οι δρόμοι προς τα απομονωμένα χωριά έχουν αλλάξει πολύ μέσα σε έναν αιώνα. Το ίδιο έχει αλλάξει και το φυσικό τοπίο. Σε αντίθεση με ό,τι είχα φανταστεί, τα βουνά της Ελλάδας είναι σήμερα πολύ πιο δασώδη και πιο άγρια από ό,τι στις φωτογραφίες των αδελφών Μανάκια. Γρήγορα συνειδητοποίησα και το λόγο: δεν υπάρχουν πλέον μεγάλα κοπάδια να βοσκήσουν στις βουνοπλαγιές, ενώ και οικισμοί έχουν συρρικνωθεί σε μεγάλο βαθμό, διατηρώντας ελάχιστους κατοίκους. Έπρεπε να συμβουλευτώ τα αρχεία, επειδή τα ονόματα των οικισμών είναι συχνά διαφορετικά από το 1900.

Ένα βιβλίο της εποχής που βρήκα ιδιαίτερα χρήσιμο και ταυτόχρονα συγκλονιστικό λόγω του τρόπου γραφής του, The Nomads of the Balkans, an account of life and customs among the Vlachs of Northern Pindus. Πρόκειται για ένα έργο ορόσημο για τη ζωή και τα έθιμα των Βλάχων των Βαλκανίων, γραμμένο από δύο Άγγλους αρχαιολόγους, τον Alan J.B. Wace και τον Maurice S. Thompson, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1914. Το βιβλίο δίνει μια λεπτομερή και από πρώτο χέρι περιγραφή του πώς ήταν ο κόσμος των χωριών της Πίνδου στις αρχές του 20ού αιώνα, ακριβώς την περίοδο από την οποία χρονολογούνται οι φωτογραφίες των αδελφών Μανάκια. Δεν μπορώ παρά να χαίρομαι που έχω στη βιβλιοθήκη μου ένα αντίτυπο της πρωτότυπης έκδοσης, γιατί η ιστορία του βιβλίου είναι η ιστορία της ανάγκης των δύο αρχαιολόγων να κατανοήσουν έναν κόσμο και μια κοινότητα, βασικά στοιχεία που κινούν την περιέργεια κάθε ανθρωπολόγου. Οι Βρετανοί αρχαιολόγοι, κατά την ανασκαφή αρχαιοτήτων κοντά στο Βόλο, συναντούν βοσκούς που μιλούν μια παράξενη γλώσσα, την οποία καταλαβαίνουν εν μέρει επειδή, όπως κάθε κλασικός αρχαιολόγος, γνωρίζουν λατινικά. Μαθαίνουν με έκπληξη από τις ιστορίες των βοσκών για έναν απομονωμένο κόσμο στα βουνά, τον οποίο βρίσκουν απίστευτο, συναρπαστικό, διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο γνώριζαν. Έτσι, από το 1910 έως το 1912, λίγο πριν από το ξέσπασμα του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, εγκαταλείπουν αδιαμαρτύρητα το πρώτο τους πάθος, την αρχαιολογία του ελληνιστικού κόσμου, για να μελετήσουν τους Βλάχους. Θα ταξιδέψουν πεζή από τον Τύρναβο στη Σαμαρίνα δίπλα σε βοσκούς, πραγματοποιώντας έτσι μια ανθρωπολογική έρευνα πεδίου, άμεση και συμμετοχική, πριν καν την ύπαρξη των όρων αυτών. Μια τέτοιου είδους η έρευνα, η οποία βρίσκεται στην καρδιά των ανθρωπολογικών επιστημών, επρόκειτο να θεωρητικοποιηθεί μόνο αργότερα από τον Malinovski, η δε καινοτομία της προσέγγισης των δύο Άγγλων με κάνει να θεωρώ το βιβλίο τους σχετικό όχι μόνο με την ιστορία των Βλάχων, αλλά και με την ανθρωπολογία γενικότερα.

Η μέθοδος της φωτογραφικής ανάδειξης, αποκαλούμενη στα αγγλικά photo elicitation, χρησιμοποιείται συνήθως από τους οπτικούς ανθρωπολόγους, οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι άνθρωποι αντιδρούν συναισθηματικά στα ερεθίσματα των εικόνων. Στα χωριά της Πίνδου, όπου οι κάτοικοι είναι βαθιά ριζωμένοι στις κοινότητες των προγόνων τους, ακόμη και αν τώρα ζουν αλλού και επιστρέφουν για λίγο το καλοκαίρι, συνάντησα ανθρώπους που συγκινήθηκαν βαθιά όταν είδαν μια φωτογραφία του χωριού τους πριν από έναν αιώνα, την πρώτη ίσως φωτογραφία που τραβήχτηκε ποτέ στον τόπο τους. Οι αναμνήσεις και οι ιστορίες τους δε θα κυλούσαν το ίδιο εύκολα, αν είχα περάσει από εκεί χωρίς να έχω μαζί μου τα καρέ των αδελφών Μανάκια. Οφείλω να ομολογήσω ότι είναι ένα παράξενο και συνάμα οδυνηρό συναίσθημα, σαν ένα βραχυκύκλωμα στη ροή του χρόνου, το να βρίσκεσαι μεν ακριβώς στο ίδιο μέρος, αλλά σε χρονική απόσταση ενός αιώνα, και την ίδια στιγμή να είσαι μόλις ένα βήμα μακριά από την πραγματικότητα της φωτογραφίας που κρατάς, την οποία όμως έχει ήδη ακυρώσει η ίδια η ιστορία που απεικονίζει. Υπήρξαν, επίσης, ορισμένα μέρη, όπου ανακάλυψα, φυλαγμένες σε σπίτια, φωτογραφίες πανομοιότυπες με αυτές που είχα εγώ, παρόλο που οι ιδιοκτήτες των σπιτιών αγνοούσαν την ηλικία και την προέλευσή τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή μιας φωτογραφίας από τη Λαΐστα, το μεγαλύτερο κατά το παρελθόν χωριό στις πλαγιές του Ζαγορίου, η οποία απεικονίζει μια γιορτή στην πλατεία του χωριού. Η εικόνα στα δεξιά προέρχεται από τα αρχεία του Εθνικού Μουσείου του Ρουμάνου Αγρότη. Η αριστερή φυλάσσεται στη Λαΐστα. Έζησα και εκεί μια ξεχωριστή ιστορία, αλλά αυτή ανήκει σε ένα μελλοντικό βιβλίο. Και τον Σεπτέμβριο του 2024, στα αρχεία του Μοναστηρίου, είχα την τύχη να βρω μια τρίτη εκδοχή της εικόνας, για την ακρίβεια ένα θραύσμα του φθαρμένου γυάλινου αρνητικού. Η ίδια εικόνα σώζεται σήμερα σε τρεις διαφορετικές χώρες των Βαλκανίων.

Δεν με ενδιέφερε απλώς να επαναπροσδιορίσω φωτογραφίες που τραβήχτηκαν έναν αιώνα πριν. Ήταν περισσότερο ένας τρόπος να εισέλθω στις απομονωμένες βαλκανικές κοινότητες και να δω τον τρόπο ζωής τους. Τον σημερινό, όμως, και όχι τον χθεσινό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο τίτλος που έδωσα σε αυτό το έργο οπτικής ανθρωπολογίας είναι Beyond Yesterday (Πέρα από το χθες). Πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος των Βλάχων και των Βαλκανίων γενικότερα τα τελευταία εκατό χρόνια; Αυτό είναι το ερώτημα που με απασχολεί. Η φωτογραφία έχει αποδειχθεί ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο επιτόπιας έρευνας, ένας δρόμος προς την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μικροί κόσμοι και απομονωμένες κοινότητες μεταμορφώνονται με την πάροδο του χρόνου κάτω από την ταραχή της ιστορίας. Γι’ αυτό, παρόλο που έχω ολοκληρώσει την αναπλαισίωση και τον εντοπισμό της τοποθεσίας των παλαιών φωτογραφιών, το επιτόπιό μου έργο δεν έχει τελειώσει ακόμα και ελπίζω ότι κάποτε θα καταλήξει σε κάποιο βιβλίο ή ντοκιμαντέρ. Θα ακολουθήσουν αρκετά χρόνια κατά τα οποία, παραμένοντας στο πεδίο και πάνω στα χνάρια των αδελφών Μανάκια, ευελπιστώ να ανακαλύψω ιστορίες της σημερινής ζωής μέσα στη συνέχεια ή και την ασυνέχεια των εκατό και κάτι χρόνων που έχουν μεσολαβήσει από τότε. Έτσι ώστε να κατανοήσουμε ανθρωπολογικά μέσα από αυτές τη δική μας ιστορική πορεία στον τόπο μας, τα Βαλκάνια.

Scroll to Top