Υπάρχουν κάποια μέρη που αντιστέκονται ιδιαίτερα πεισματικά στο να αφήσουν τον εαυτό τους να φωτογραφηθεί. Το ίδιο πείσμα, όμως, είχα και εγώ. Έφτασα για πρώτη φορά στην Τούργια – Κρανιά στα ελληνικά – το 2017, αλλά δεν μπόρεσα να ταυτοποιήσω το σημείο της αρχικής λήψης παρά μόνο κατά προσέγγιση. Ο ορίζοντας του τοπίου δεν ευθυγραμμιζόταν ακριβώς όπως στην αρχική φωτογραφία με τα καμπαναριά των εκκλησιών. Όταν πήγα πάλι το 2019, κατά το βράδυ, είχα το φως απέναντί μου. Οι επιμήκεις σκιές στο κάδρο των αδελφών Μανάκια με είχαν κάνει να πιστέψω ότι αυτοί είχαν τραβήξει τη φωτογραφία κοντά στο ηλιοβασίλεμα. Βλέποντας, όμως, το σημείο, συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για σκιές που έριχνε ο ήλιος που μόλις είχε ανατείλει. Αυτή η περιπλάνηση πάνω στα χνάρια των εικόνων του 1900 με βοήθησε να καταλάβω ότι οι Βλάχοι επέλεγαν πολύ επιδέξια την τοποθεσία των κατοικιών τους, σίγουρα βάσει και κάποιων προχριστιανικών θρησκευτικών τελετουργικών, με σκοπό πάντα να εξασφαλίζουν ότι οι αυλές τους θα δέχονταν το φως του ήλιου καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ή, αντίθετα, έμεναν σε τυφλά σημεία, που δεν εντοπίζονταν εύκολα από τους ληστές. Στην Τούργια, το φως του ήλιου ήταν απαραίτητο, καθώς δεν επρόκειτο μόνο για έναν οικισμό βοσκών, αλλά και για ένα χωριό όπου ασκούνταν στον ίδιο βαθμό και στο κατάλληλο κλίμα η γεωργία. Μόνο στο πέμπτο μου ταξίδι εκεί, τον Μάρτιο του 2025, κατάφερα να προλάβω την αυγή και το φως της ανατολής. Η σύγχρονη λήψη από το σημείο διαφέρει με την αρχική τοποθεσία μόνο για μερικά βήματα. Μισό αιώνα μετά τη λήψη των αδελφών Μανάκια, ο λόφος, από τον οποίο μπορούσε κάποτε να έχει κανείς μια συνολική προοπτική του γύρω χώρου, έχει πλέον σκαφτεί και ένας σύγχρονος αυτοκινητόδρομος διασχίζει τα σωθικά του.
«Η Τούργια ή, όπως την αποκαλούν οι Έλληνες, Κρανιά είναι ένα όμορφο και ευημερεύον χωριό, αν αναλογιστεί κανείς τη θέση του κοντά στα παλιά ελληνοτουρκικά σύνορα και στον κεντρικό δρόμο μεταξύ Ιωαννίνων και Γρεβενών. Βρίσκεται στους πρόποδες μιας σειράς λόφων που συνορεύουν με την οροσειρά της Πίνδου στα βορειοανατολικά του Μετσόβου και το ρέμα που το διασχίζει είναι παραπόταμος του Βενέτικου. Οι Βλάχοι της Τούργιας, σε αντίθεση με τους Βλάχους των περισσότερων ορεινών χωριών, καλλιεργούν οι ίδιοι τα χωράφια τους αντί να προσλαμβάνουν Έλληνες, Τούρκους ή Βούλγαρους εργάτες. Σχεδόν κάθε σπίτι στέκεται έχει το δικό του κήπο που είναι γεμάτος λαχανικά και λουλούδια. Το χωριό, το οποίο μοιράζεται μεταξύ διάφορων ενοριών, καλύπτει μια μεγάλη έκταση και έχει πληθυσμό δύο χιλιάδων περίπου ψυχών.
Υπάρχουν επτά εκκλησίες, η μεγαλύτερη από τις οποίες χτίστηκε το 1790 και βρίσκεται στο κέντρο του χωριού κοντά σε έναν τεράστιο πλάτανο. Οι άλλες έξι βρίσκονται στα περίχωρα του χωριού ή σε μικρή απόσταση έξω από αυτό. Είναι συνηθισμένο για τις εκκλησίες στα μακεδονικά χωριά να βρίσκονται εκεί, κάτι που πιθανώς οφείλεται σε έναν νόμο που ίσχυε στα βιλαέτια Ιωαννίνων και Μοναστηρίου τουλάχιστον μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, ο οποίος όριζε ότι καμία εκκλησία δεν μπορούσε να χτιστεί εντός της περιοχής του χωριού. Ωστόσο, η τοπική παράδοση έχει μια πιο ρομαντική εξήγηση για τη θέση των εκκλησιών της Τούργιας. Όλες, όπως λένε, βρίσκονται μέσα στο αρχικό όριο του χωριού το οποίο χαράκτηκε πριν από περίπου διακόσια χρόνια από δύο μαύρα βόδια δεμένα σε ένα άροτρο. Όταν προσδιορίστηκε έτσι το όριο, θάφτηκαν ζωντανά με το άροτρο στο σημείο που βρίσκεται τώρα η εκκλησία του Προφήτη Ηλία».
Alan J.B. Wace και Maurice S. Thompson, Νομάδες των Βαλκανίων




















